Εμπνευσμένη από ένα ποστ της Μάγισσας Κίρκης, αποφάσισα να ανασύρω στη μνήμη μου κάποια τραγελαφικά γεγονότα της καθημερινότητας, δικά μου και μη.
Στο δεύτερο έτος της σχολής, σε εκδρομή στη Μύκονο όπως κάνουν όλοι οι καλοί φοιτητές, οι άντρες της παρέας έμεναν μαζί σε ένα τρίκλινο δωμάτιο. Την τελευταία μέρα, λίγο πριν φύγουμε από το ξενοδοχείο, ο καλός μου συμφοιτητής και φίλος Γ. θεώρησε πρέπον να αφοδεύσει πάνω στα ...σεντόνια του κρεβατιού του, ως ένδειξη διαμαρτυρίας για την άθλια εξυπηρέτηση! Όταν μαζευτήκαμε όλοι στη reception για να αποχωρήσουμε, ήρθε ο ιδιοκτήτης, τον έπιασε και τον σάπισε στο ξύλο. Μπλιαχ! Αν και οφείλω να ομολογήσω ότι ρίξαμε το γέλιο του αιώνα, καθότι ..καφροπαρέα!
Στο δεύτερο ή τρίτο έτος, τα έπινα με μια παρέα σε ένα μαγαζάκι, λίγα τετράγωνα μακριά από το σπίτι της Κ. Εκεί που απολάμβανα το μοχίτο μου ένα "πρρργρρρφφπγρρρ" διατάραξε την "ησυχία" μου. Γυρνάω και βλέπω την Κ. στα δεξιά μου να κουνάει διακριτικά το χέρι της πέρα δώθε πίσω από τον ποπό της. Ναι, αυτή την είχε αμολήσει και για καλή της τύχη την άκουσα μόνο εγώ που καθόμουν δίπλα.
Συνέχισα να πίνω μετά περισσής άνεσης το ποτό μου αφού αναγκαστικά κατέπνιξα το κύμα γέλωτος για να μη μας αντιληφθούν οι άλλοι 2, ώσπου ξαφνικά ένιωσα κάτι να μου γατζώνει το χέρι και να το τραβάει σαν φοβισμένος σκύλος. Ναι, η Κ. πάλι. Με ειδοποίησε ότι την είχε πιάσει κόψιμο και μου ζήτησε να κάνω κάτι για να τη σώσω. Ζητήσαμε συγνώμη από τους άλλους 2 και σηκωθήκαμε να φύγουμε τρέχοντας με τη δικαιολογία ότι της ήρθε περίοδος. Στο δρόμο για το σπίτι της ξύπνησε όλη τη γειτονιά φωνάζοντάς μου"Μην τρέχεις γαμώ την τρέλα μου, μου ξεφεύγουν μεζέδες"! Εννοείται ότι έφτασα σπίτι της σερνόμενη από τα γέλια.
Στο 1ο έτος, 8 η ώρα το πρωί εν ώρα εξετάσεων, ένιωσα κάτι να με γαργαλάει εκεί, ανάμεσα στα πόδια. Δεν έδωσα σημασία γιατί ήμουν εκνευρισμένη από τα θέματα με των οποίων τις απαντήσεις είχα μαλώσει. Μετά από καμια ώρα πήγα να παραδώσω το γραπτό μου, όταν άκουσα από πίσω μου "ψιτ, Λίνα, το παντελόνι σου". Κοιτάζτηκα όσο μπορούσα και δεν είδα τίποτα περίεργο. Άσε που το μυαλό μου πήγε στο ότι μάλλον θα σκίστηκε κάπου, αφού πόνο στην κοιλιά και άλλα σημάδια έμμηνου ρύσης δεν είχα λάβει.
Βγήκα από το αμφιθέατρο χαλαρή και άνετη με το κεφάλι ψηλά και τα μάτια με σάκους πατάτες από τη νύστα. Και τότε με πλησίασε μια αχώνευτη συμφοιτήτριά μου και μου ψυθίρισε στο αυτί "είσαι κόκκινη από πίσω". Αυτό ήταν! Ήθελα να ανοίξει η γη να με καταπιεί! Έτρεξα αμέσως στις βρωμοτουαλέτες της σχολής με την Ο. από πίσω μου να με καλύπτει και αν μας είδε κανείς θα νόμιζε ότι με κυνηγάει για να μου τη ..σφυρίξει! Πάντως από κείνη τη μέρα γίναμε κολλητές. Κι εγώ δεν ξαναφόρεσα ανοιχτόχρωμο τζιν.
Ένα μεγάλο καψώνι είχα πάθει και στο λιμάνι της Πάτρας, κατά την αναμονή για την επιβίβαση στο πλοίο. Καθόμουν με τη Σοφία σε ένα ζαχαροπλαστείο-καφετέρια-ο Θεός να το κάνει και παρήγγειλα παγωτό. Τι το 'θελα; Φεύγοντας και πηγαίνοντας τουαλέτα, περάσαμε από τα ψυγεία που είχαν τα παγωτά-χύμα και είδα ένα από τα πιο εμετικά πράγματα στη ζωή μου: ολόκληρη αγέλη από μύγες να κάνουν βουτιές στα παγωτά και να βρέχουν τα πόδια τους στο "κύμα". Από κείνη τη στιγμή ήξερα ότι κάτι θα στραβώσει. Και δεν διαψεύστηκα. Μία ώρα μετά έκοβα βόλτες σαν το "μπιπ-μπιπ" (εκείνο το χαζοπούλι που το κυνηγάει το κογιότ) πάνω κάτω στο λιμάνι με έντονους πόνους στην κοιλιακή χώρα και γουργουρίσματα να αναδύονται από τα έγκατα της κοιλίας μου. Με είχε πιάσει κόψιμο. Και τουαλέτα εκεί δεν υπήρχε περίπτωση να πάω.
Πριν 2 χρόνια, ο κολλητός μου Σ. τα είχε με μια κοπέλα πολύ ντροπαλή. Ένα βράδυ που αυτή κοιμόταν σπίτι του μπρούμυτα, ο Σ. είχε ορεξούλες και άρχισε να κατεβαίνει χαμηλά, πιο χαμηλά, πιο χαμηλά, έτοιμος να φιλήσει τον ..ποπό της, όταν ένα ΠΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡΡ με υδρόθειο, υδροκυάνιο, και άλλα πυρηνικά απόβλητα εκτοξεύτηκε από τα σμιλευμένα οπίσθια της κοπελιάς και εισέβαλε στο στόμα του. Η κοπέλα του ξύπνησε, αλλά επειδή ντράπηκε απίστευτα συνέχισε να κάνει πως κοιμάται. Την επόμενη μέρα ο Σ. μας διηγήθηκε το περιστατικό κι εμείς σαν καλά παιδάκια και καθόλου κάφροι που ήμασταν (και είμαστε), το βράδυ που βγήκαμε όλοι παρέα, αρχίσαμε να γελάμε μπροστά της στα καλά καθούμενα. Ο Σ. δεν την ξαναείδε από τότε.
Ένα κρύο χειμωνιάτικο βράδυ λιώναμε με τη Σοφία στο σπίτι της και μας είχε πιάσει μαλακία. Έτσι, σκεφτήκαμε να καλέσουμε έναν φίλο μας που κι αυτός από μαλακία δεν πάει πίσω, για να οργανώσουμε καμιά χοντρή πλάκα. Τον πήραμε μια, τον πήραμε δυο, τίποτα. Ούτε φωνή ούτε ακρόαση. Μας παίρνει αυτός μετά από λίγο και με φωνή σαν να βγαίνει από πηγάδι μας εξομολογήθηκε πως βρισκόταν για 3η φορά για απόψε στα ιδιαίτερά του και ταλανιζόταν από μία πολύ wild διάρροια. Έκλεισε το τηλέφωνο βιαστικά ψελλίζοντας "Σας αφήνω, με ξανάπιασε" Και τότε μας ήρθε η φώτιση. Πήραμε γρήγορα γρήγορα τηλέφωνο σε μια πιτσαρία και παραγγείλαμε 2 special με διεύθυνση παραλήπτη το σπίτι του Δ.
Όταν ο ντελιβεράς έφτασε, το χτύπημα του κουδουνιού βρήκε τον Δ. να αγωνίζεται να αδειάσει για 5η συνεχόμενη φορά το έντερό του και κόντεψε να παίξει ξύλο με το delivery boy γιατί αυτός δεν είχε παραγγείλει τίποτα. Τελικά πήρε τις πίτσες (όχι που θα τις άφηνε) και αφού μαρτυρήσαμε εαυτούς πήγαμε εκεί και τις καταβροχθίσαμε αφήνοντας τον Δ. να παλεύει με το θεριό της διάρροιας.
Στα 20 μου είχαμε πάει με τη μάνα μου στο χωριό της για να το γάμο μιας ξαδέρφης μου. Ντυμένες στην τρίχα, εγώ με κόκκινο σατέν φόρεμα, κόκκινες γόβες στιλέτο, μαλλί ελαφριά μπούκλα κλπ. Στο δρόμο για την εκκλησία (εκεί πάνε με τα πόδια μετά μουσικών οργάνων), θυμήθηκε η μάνα της νύφης ότι είχε ξεχάσει κάτι σημαντικό στο σπίτι. Όντας καλός άνθρωπος, προσφέρθηκα να τρέξω και να της το φέρω γρήγορα γρήγορα. Εκεί που έτρεχα σαν την Αστέρω στα βουνά, αλλά με το μαλλί να κυματίζει α λα Ροζαλίντα και το φόρεμα να σχηματίζει μεταξένια κύματα λάμποντας κάτω από τις χρυσές ηλιαχτίδες, ένιωσα το έδαφος να χάνεται κάτω από τα πόδια μου. Πριν συνειδητοποιήσω καλά καλά ότι έσπασε το τακούνι μου και κάνοντας μια απεγνωσμένη προσπάθεια να κρατηθώ όρθια, προσγειώθηκα μέσα στις λάσπες (το easy rider στο χωματόδρομο με μάρανε). Από κόκκινα, τα πάντα πάνω μου έγιναν καφέ. Τα μαλλιά μου από καφέ ανοιχτό μεταλλάχθηκαν σε καφέ σκούρο με κομματάκια λάσπης σαν τους μεζέδες στο βρακί της Κ. παραπάνω και τα γυμνά σημεία μου γδάρθηκαν γιατί εκτός από γαμωλάσπες είχε και κωλόπετρες. Αντί για γάμο, κατέληξα στο νοσοκομείο για αντιτετανικό ορό, αφού περάσαμε πρώτα από ένα πλυντήριο αυτοκινήτων γιατί βρωμοκοπούσα σαν γουρούνι.
Στην Γ' Λυκείου έπαιζα ξύλο με την τότε κολλητή (ανέκαθεν ήμασταν σοβαρά άτομα με πολλή ωριμότητα). Έτσι όπως πλακωνόμασταν την τράβηξα για να τη ρίξω πάνω στην καρέκλα. Μόνο που μια καλή μας συμμαθήτρια προνόησε να μας τραβήξει τη μία καρέκλα εκείνη την ώρα και προσγειωθήκαμε και οι δύο στο πάτωμα με την άλλη καρέκλα που παρασύραμε μαζί μας πάνω μας. Τότε για κακή μας τύχη θυμήθηκε να μπει στην τάξη και ο θεολόγος μας και με το που μας είδε μας έριξε ωριαία και μας πέταξε έξω. Την επόμενη ώρα για εκδίκηση, βάλαμε σβηστικό στην καρέκλα της άλλης της κακίστρως κι εκείνη κάθισε χωρίς να κοιτάξει. Το μπλε παντελόνι της απέκτησε άσπρα πουά.